Με τον όρο Ελληνική Βυζαντινή μουσική, κατά τον Κωνσταντίνο Παπαρηγόπουλο, εννοείται η μουσική της Ορθόδοξης Ελληνικής Εκκλησίας που έχει μεν τις βάσεις της στην μουσική των αρχαίων Ελλήνων, διαμορφώθηκε όμως κυρίως στο Βυζάντιο  και αποτέλεσε ειδικό μελωδικό σύστημα τεχνοτροπίας. Ο όρος Βυζαντινή μουσική παράγεται απο τον όρο »Βυζάντιο», όπως επικράτησε βέβαια να ονομάζεται πολύ μεταγενέστερα απο την κατάλυση του το μεσαιωνικό μας κράτος, δηλαδή η Ρωμανία, που είχε πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Απαρτίζεται αποκλειστικά απο ελληνικά κείμενα και μελωδία. Έλληνες και ξένοι ιστορικοί συμφωνούν ότι αυτές οι μελωδίες, οι εκκλησιαστικοί ήχοι και γενικά το όλο σύστημα της Βυζαντινής μουσικής, συνδέεται στενά με το αρχαίο ελληνικό μουσικό σύστημα. Οι αρχές της χρονολογούνται από ορισμένους μελετητές στον 4ο αιώνα μ.Χ, λίγο μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας της Ρωμαικής Αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη απο το Μέγα Κωνσταντίνο.                         

Η βυζαντινή μουσική που διασώζεται είναι στο σύνολό της εκκλησιαστική, με εξαίρεση κάποιους αυτοκρατορικούς ύμνους, που και αυτοί έχουν θρησκευτικά στοιχεία. Το βυζαντινό άσμα ήταν μονωδικό, σε ελεύθερο ρυθμό, και προσπάθησε συχνά να απεικονίσει μελωδικά την έννοια των λέξεων. Η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε ήταν η ελληνική. Ο βυζαντινός ύμνος, του οποίου υπήρξαν τρεις τύποι, ήταν η μέγιστη έκφανση αυτού του μουσικού είδους.

Μέρος της βυζαντινής μουσικής, αν και χρονικά μεταγενέστερο και με αρκετές δυτικές επιρροές, κυρίως από το 1204 και μετά, μπορεί να θεωρηθεί το δημοτικό τραγούδι, αν και διαφέρει από την εκκλησιαστική μουσική στο ότι έχει σταθερό μέτρο, ώστε να εξυπηρετείται και ο χορευτικός σκοπός. Αυτό δεν είναι τυχαίο: στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, από τον ίδιο πολιτισμό η μουσική είναι ενιαία. Μην ξεχνάμε πως η πρώτη φορά που διδάχτηκε (ευρέως) η δυτική μουσική στον Ελληνικό χώρο, ήταν με την έλευση του Όθωνα. Μέχρι τότε η μουσική που εκτελείτο, ακουγόταν καταγραφόταν και διδασκόταν (εμπειρικά ή/και σε μουσικοδιδασκαλεία) ήταν η βυζαντινή. 

 ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Οι 3 πρώτοι αιώνες

Κατά τους τρείς πρώτους αιώνες, όλος ο χριστιανικός κόσμος δοκιμάζεται σκληρά: Οι διωγμοί αναγκάζουν τους πρώτους χριστιανούς να κρύβονται για να μπορέσουν να τελέσουν την λατρεία τους αλλά και για να εξασφαλίσουν την ίδια τους τη ζωή. Κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν ήταν δυνατόν να αναπτυχθεί οποιαδήποτε μορφή τέχνης. Η ιερά υμνωδία είναι λιτή. Χρησιμοποιούνται κυρίως ύμνοι της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Κατά την περίοδο αυτή δεν ψάλλουν συγκεκριμένα πρόσωπα αλλά όλοι οι παρόντες στη λατρεία πιστοί. Με αυτόν τον τρόπο το εκκλησίασμα μπορούσε να παρακολουθεί το μέλος και κατά συνέπεια να συμψάλλουν τα ιερά άσματα με μία φωνή. Καθώς όμως χρόνο με το χρόνο οι χριστιανοί αυξάνονταν, ήταν δύσκολη η από κοινού ψαλμωδία. Για το λόγο αυτό, καθιερώθηκε απο πολύ νωρίς στην εκκλησία, η τάξη των ψαλτων. Γενικά κατά την περίοδο αυτή τέθηκαν οι πρώτες βάσεις της εκκλησιαστικής μουσικής με κυριότερους εκπροσώπους τον Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, τον Ωριγένη τον Μέγα και τον Κλήμη τον Αλεξανδρεύς.

Ο 4ος αιώνας

Από την στιγμή που ο Μέγας Κωνσταντίνος έγινε αυτοκράτορας και ανέδειξε πρωτεύουσα του το Βυζάντιο, νέος άνεμος ελευθερίας άρχισε να φυσά για τους χριστιανούς εκείνης της εποχής: Η χριστιανική εκκλησία δεν βρήκε μόνο την ειρήνη αλλά και την προστασία και υποστήρικη απο το επίσημο κράτος με αποτέλεσμα οι χριστιανοί να είναι πλέον ελεύθεροι να τελέσουν την λατρεία τους.. Το εκκλησιαστικό μέλος καλλιεργείται επιμελώς και σημειώνει γρήγορη εξέλιξη. Το υμνολόγιο εμπλουτίζεται με νέους ύμνους. Η άλλοτε πτωχή μουσική επένδυση των 3 πρώτων αιώνων, γίνεται πιο σύνθετη και παρουσιάζει μεγαλύτερες τεχνικές απαιτήσεις. Διακρίνονται έτσι, οι 4 κύριοι ήχοι και εμφανίζονται τα ειρμολογικά μέλη και έπειτα τα στιχηραρικά. 

Η εκκλησία κατα την περίοδο αυτή, παρά την εξωτερική γαλήνη, αντιμετωπίζει εσωτερικές αναταραχές απο τις  διάφορες αιρέσεις. Εκτός από τα άλλα μέσα που χρησιμοποιούσαν οι αιρετικοί για να διαδώσουν τις δοξασίες τους, χρησιμοποιούσαν και μουσική που δεν ταίριαζε στο ύφος της εκκλησίας. Έτσι λοιπόν, μεγάλοι πατέρες της εκκλησίας όπως π Αθανάσιος ο μέγας, ο Εφραίμ ο Σύριος, ο Βασίλειςο ο μέγας και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος  καταβάλλουν μεγάλες προσπάθειες για την τεχνικότερη διαμόρφωση της εκκλησιαστικής μουσικής. Στη Δύση τεχνικότερο μέλος εισήγαγε ο Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων. Το Αμβροσιακό μέλος, είχε ώς βάση του τους 4 ήχους της ελληνικής μουσικής, δώριο, φρύγιο, λύδιο και μιξολύδιο. Δύο αιώνες αργότερα, αναφαίνεται στη Δύση ένας νέος διαμορφωτής της εκκλησιαστικής Μουσικής, ο Άγιος Γρηγόριος ο διάλογος (πάπας Ρώμης) που εισήγαγε τους 4 πλαγίους ήχους. Στον ίδιο αποδίδεται και η εισαγωγή του στιχηράρικου είδους στην εκκλησιαστική υμνωδία. Κατά την περίοδο αυτή, παρατηρείται μεγάλη άνθιση της εκκλησιαστικλης μουσικής. Οι περισσότεροι υμνογράφοι ήταν συγχρόνως και μουσικοί και συνθέτες του μέλους.

 

Η εκπαίδευση των ψαλτών

Η εκπαίδευση των ψαλτών γινόταν σε ειδικές σχολές. Επί Θεοδοσίου του αυτοκράτορος αναφέρεται ότι στην Κωνσταντινούπολη δίδασκαν την εκκλησιαστική μουσική, διδάσκαλοι της μουσικής. Κατά τα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού ο ναός της του Θεού Σοφίας είχε 25 ιεροψάλτες και 100 αναγνώστες, οι οποίοι βοηθούσαν στην ψαλμωδία. Το χορό των ιεροψαλτών διηύθυνε ο πρωτοψάλτης, που χρησιμοποιούσε την λεγόμενη χειρονομία η οποία γινόταν με διάφορες κινήσεις του δεξιού χεριού και έδειχνε, συνήθωςμ το σύνθημα της έναρξης και της παύσης της ψαλμωδίας, καθώς επίσης και τον τρόπο εκτέλεσης και το ρυθμό του άσματος.

 

Τόπος & ώρα διεξαγωγής μαθημάτων:Ελληνικό Σχολείο Απ.Ανδρέα, 8 Arthur Place Summer Hill Terrace Birmingham B1 3DA, κάθε δεύτερη Τρίτη 18:30-20:00 οι αρχάριοι & κάθε Τετάρτη 18:30-20:00 οι προχωρημένοι

Είδος μαθήματος: Ομαδικό

Διάρκεια μαθημάτων: 1,5 ώρα την εβδομάδα

Εγγραφή: Ναι

Μηνιαία δίδακτρα: Ναι

Δάσκαλος: Ανδρέας Kidess